Ημέρα 1η

Έφτασα με τον μπαμπά μου στην Ιορδανία από το Ντουμπάι μετά από 2μιση ώρες πτήση. Είχα κλείσει εκ των προτέρων ξεναγό-οδηγό και είχα προπληρώσει ηλεκτρονικά το κόστος της βίζας για την είσοδο στη χώρα, καθώς και το κόστος των εισόδων στους τουριστικούς χώρους. Το λεγόμενο Jordan pass.
Αφού περάσαμε τον έλεγχο των διαβατηρίων, μας περίμενε ο Φεράς και ξεκινήσαμε την εκδρομή μας. Πρώτη μας στάση ήταν η νεκρά θάλασσα. Η διαδρομή από το αεροδρόμιο ήταν περίπου 2 ώρες, με γρήγορη οδήγηση. Ο δρόμος δεν ήταν καλός και τις επόμενες μέρες γινόταν ακόμη χειρότερος από εκεί που περνούσαμε. Οι οδηγοί ήταν απλά επικίνδυνοι. Ο Φεράς μας είπε ότι οι ιορδανοί έχουν το δικό τους κώδικα επικοινωνίας όσον αφορά την οδήγηση και η αλήθεια είναι ότι το διαπιστώσαμε με τα ίδια μας τα μάτια!
Πριν φτάσουμε στη θάλασσα, μας ρώτησε αν ξέρουμε γιατί το νερό της νεκράς θάλασσας είναι αλμυρό. Ήθελα πολύ να ακούσω περισσότερες πληροφορίες από έναν ντόπιο, παρά από αυτά που διάβασα στο ίντερνετ. Η απάντησή του ήταν ότι έπεσε ένα φορτηγό με αλάτι μέσα στη θάλασσα!
Ναι, ήταν αστείο, αλλά από εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι θα παίξει μόνο τον ρόλο του οδηγού-συνοδού και σε καμία περίπτωση του ξεναγού!

Φτάσαμε στο ξενοδοχείο από όπου θα είχαμε πρόσβαση σε ρηχό σημείο της θάλασσας για να κολυμπήσουμε. Δεν επιτρέπεται να κολυμπάς σε όποιο σημείο της θάλασσας θέλεις, εξ’αιτίας της άνωσης του νερού που κάνει το κολύμπι αδύνατο.
Φορέσαμε το μαγιό μας και ένα μικρό πούλμαν μας κατέβασε από έναν κακοτράχαλο δρόμο στην παραλία. Με τη πρώτη ματιά, ήταν μια συνηθισμένη παραλία, με πολλές βραχώδεις πέτρες. Το νερό ήταν κυματώδες και θολό.

Η οδηγία του Φεράς ήταν να μη βρέξουμε το πρόσωπό μας και να μη μπει νερό στα μάτια μας.
Μπήκα στη θάλασσα. Η θερμοκρασία της ήταν πολύ ευχάριστη. Μια πιτσιλιά νερού με ακούμπησε στα χείλη. Το γεύτηκα. Ήταν αλμυρό και αλκααλικό. Δεν υπάρχει κάτι αντίστοιχο για να το περιγράψω.
Ξεκίνησα να κολυμπάω σε πρόσθια θέση. Τα πόδια μου δεν μπορούσαν να μείνουν μέσα στο νερό. Το κολύμπι ήταν δύσκολο και έφτασα στα βαθιά μόνο για λίγα μέτρα και μετά άφησα το κύμα να με βγάλει προς τη στεριά. Βγήκα έξω και πήγα για λασπόλουτρο. Υπήρχε μια γούρνα χτισμένη με τούβλα, σαν παιδική πισίνα, γεμάτη λάσπη. Η μυρωδιά θύμιζε κάτι από βόθρο, αλλά όταν μύρισα τη λάσπη ατόφια, δεν μύριζε καθόλου. Η αίσθηση της λάσπης κάτω από τις πατούσες μου ήταν ανατριχιαστική και αηδιαστική. «Κάθησε μέσα να σε βγάλω φωτογραφία», μου φώναξε ο Φεράς και επέμενε. «Τρελάθηκες;», του απάντησα και αναρωτήθηκα αν γνώριζε τη γυναικεία ανατομία της κάτω περιοχής!
Άπλωσα τη λάσπη με τα χέρια μου στα σημεία του σώματός μου που δεν ήταν καλυμμένα από το μαγιό. Είχε έναν ολόσωμο καθρέφτη μπροστά από την πισίνα για να σε διευκολύνει στο άπλωμά της. Καθώς κοιτούσα το λασπωμένο μου είδωλο, δεν αντιστάθηκα και ρώτησα τον καθρέφτη ποιά είναι η πιο όμορφη σε όλον τον κόσμο. Δεν μου απάντησε και αφού κοιτάχτηκα για ακόμη μια φορά, ήταν σα να έδωσα την απάντηση στον εαυτό μου και έβαλα τα γέλια.

Μπήκα ξανά στο νερό για να ξεπλύνω τη λάσπη και να βγω φωτογραφίες. Εκείνη τη στιγμή ένα κύμα έσκασε απότομα στην πλάτη μου και βράχηκε το πρόσωπό μου. Το νερό μπήκε στα μάτια μου. Φορούσα τους φακούς επαφής και δεν μπορούσα να τα ανοίξω από το τσούξιμο. Έχασα το φως μου. Ο Φεράς με είδε και ξεκίνησε να μου φωνάζει να βγω προς τα έξω. Ακολουθούσα τη φωνή του με τα μάτια κλειστά. Ξαφνικά μου άρπαξε το χέρι και ξεκινήσαμε να περπατάμε προς τα ντουζ. Μου έριχνε νερό στο πρόσωπο για κανένα πεντάλεπτο πριν καταφέρω να τα ξαν’ ανοίξω. Μετά από αρκετή ώρα συνειδητοποίησα ότι έχασα έναν φακό επαφής. Πέρασα τις επόμενες τρεις μέρες φορώντας τον ένα φακό το πρωί και τα γυαλιά της μυωπίας το βράδυ.
Με εξαίρεση το συμβάν αυτό, έφυγα από τη νεκρά θάλασσα πιο ζωντανή από ποτέ!

Συνεχίσαμε τη διαδρομή μας για την Πέτρα, όπου θα περνούσαμε το πρώτο μας βράδυ. Ο Φεράς οδηγούσε με τον ίδιο γρήγορο ρυθμό κατά μήκος της θάλασσας. Σταματήσαμε σε ένα σημείο με πανοραμική θέα για φωτογραφία. Η στάθμη του νερού είχε κατέβει τόσο πολύ και τα τοιχώματα των βράχων ήταν κάτασπρα και λαμπερά από το αλάτι. Η θάλασσα εξατμίζεται κάθε χρόνο, λόγω της υψηλής θερμοκρασίας. Λες κάποια στιγμή να εξαφανιστεί τελείως;

Το τοπίο άλλαξε σε βραχώδη βουνά κι ο δρόμος ήταν ανηφορικός με στροφές. Σταματήσαμε σε ακόμη ένα σημείο να απολαύσουμε τη θέα.
Φτάσαμε στο ξενοδοχείο μετά από μερικές ώρες, φάγαμε βραδινό κι έκανα ναργιλέ στο καφέ που είχε στην ταράτσα του ξενοδοχείου. Η θέα από εκεί δεν ήταν κάτι το ιδιαίτερο, γιατί η Πέτρα είναι ένα χωριό. Ξαπλώσαμε και ανυπομονούσαμε να έρθει η επόμενη μέρα για να εξερευνήσουμε την αρχαία Πέτρα. Τη λεγόμενη Rose city.

Ημέρα 2η

Μέσα σε 5 λεπτά φτάσαμε με τα πόδια από το ξενοδοχείο στην είσοδο του αρχαιολογικού χώρου. Η είσοδος κοστίζει 50 δολλάρια Αμερικής, αλλά εμείς είχαμε καλύψει το ποσόν με το πάσο που ανέφερα στην αρχή. Οπότε απλά μας σκάναραν το barcode.
Ξεκινήσαμε να περπατάμε σε έναν δρόμο όλο χαλίκια κάτω από τον ήλιο, μέχρι να φτάσουμε εκεί που θεωρείται η κύρια είσοδος. Σε όλη αυτή τη διαδρομή μας ρωτούσαν αν θέλουμε να μας πάνε εκεί με τα άλογα ή με άμαξα και ήταν αρκετά επίμονοι. Όπου και να κοιτούσαμε βλέπαμε πέτρα, πέτρα και πέτρα. Βράχοι σκέτοι και βράχοι σκαλισμένοι.

Μετά από κανένα 10λεπτο περπάτημα, φτάσαμε σε αυτό που θεωρώ το πιο ωραίο κομμάτι. Εκεί τα βράχια ήταν πιο λεία και είχαν ένα υπέροχο χρώμα. Αυτό της άμμου ανακατεμμένο με ροζ, που γινόταν ακόμα πιο ιδιαίτερο από «τα νερά», που δημιουργούσε υπέροχες γραμμές επάνω τους. Οι διάφοροι σχηματισμοί τους και η μεταξύ τους απόσταση, δημιουργούσε περάσματα άλλα πιο φαρδιά κι άλλα πιο στενά. Από όπου κι αν τα κοιτούσες ήταν διαφορετικά και απλά υπέροχα. Απολαμβάναμε τη διαδρομή και φωτογράφιζαμε ασταμάτητα.

Κάποια στιγμή φανερώθηκε μέσα από μια σχισμή των βράχων το θησαυροφυλάκιο. The treasury.

Αν έχετε δει την ταινία Indiana Jones » Το Άγιο δισκοπότηρο», αυτό είναι ακριβώς και το σημείο που γυρίστηκε το τέλος της ταινίας. Ο Jones και η παρέα του μπήκαν μέσα στο θησαυροφυλάκιο και ο Indiana με τη βοήθεια των σημειώσεων του πατέρα του, έσπασε τους γρίφους και βρήκε το δισκοπότηρο, που αν πιεις από αυτό μένεις αθάνατος.
Στην πραγματικότητα όμως απαγορεύεται να μπεις εκεί μέσα. Μπορείς όμως να ανέβεις πάνω και να το θαυμάσεις από ψηλά! Βρήκαμε ένα παιδάκι για να μας δείξει τον δρόμο με 10 δολάρια. Τον Άχμεντ. Ξεκινήσαμε κάτι μεταξύ ορειβασίας και αναρρίχησης, χωρίς προστατευτικό σχοινί. Άνετα θα μπορούσαμε να έχουμε πέσει και χτυπήσει. Ευτυχώς φτάσαμε με όλα μας τα κόκαλα γερά και η θέα ήταν η ανακάλυψη του δικού μας δισκοπότηρου.
Απολαμβάναμε και βγάλαμε ωραίες φωτογραφίες.

Σιγά σιγά είχε αρχίσει να μαζεύεται αρκετός κόσμος και είπα στον Άχμεντ ότι είμαστε έτοιμοι να φύγουμε. Χαριτολογώντας του είπα να μη σκοτωθούμε στην κατάβαση. (που τη σκεφτόμουν ήδη από την ώρα της ανάβασης).
Ένας Ιορδανός ξεναγός με άκουσε και μου είπε:
«Θα είσαι πολύ τυχερή αν πεθάνεις στην Ιορδανία».
Εγώ τρελάθηκα με αυτό που είπε.
Του απάντησα πως δε μπορεί να λέει κάτι τέτοιο σε έναν τουρίστα.
«Μα γιατί, κοίτα τι όμορφα που είναι. Εμένα δε θα με πείραζε να πεθάνω τώρα».
«Άντε τράβα και πήδα τότε», του είπα. «Για εσένα μπορεί να είναι αυτό, αυτό που λέτε Inshallah (θέλημα Θεού), αλλά δεν μπορείς να λες κάτι τέτοιο σε έναν τουρίστα», του είπα υψώνοντας τη φωνή μου.
Άρχισε να νευριάζει και να φωνάζει τόσο δυνατά που η φωνή του έκανε ηχώ. Είπε ότι δεν τον σέβομαι και μου είπε να φύγω από εκεί. Ένας άλλος Ιορδανός του έσφιγγε το χέρι για να σταματήσει. Με νευρίασε τόσο πολύ, που από την υπερένταση δεν κατάλαβα πότε και πώς κατεβήκαμε τον γκρεμό. Ας γίνει Θεού θέλημα, σκεφτόμουν οπότε τον έφερνα στο μυαλό μου, όχι με τόσο θετικό τρόπο..

Συνεχίσαμε τον ποδαρόδρομο κι ο ήλιος είχε αρχίσει να καίει. Όλοι οι βράχοι ήταν σκαλισμένοι. Ακόμα κι ένα αμφιθεάτρο ήταν σκαλισμένο πάνω στον βράχο.
Φτάναμε προς το τέλος της διαδρομής και μας είχε μείνει μόνο ένα μέρος για να επισκεφτούμε. Το μοναστήρι. Σύμφωνα με τον χάρτη ήταν ένα δύσκολο μονοπάτι με διάρκεια ανάβασης 2 μιση ώρες. Μας πλησίασε ένας νεαρός με τα γαϊδουράκια του και μας είπε πως θα είμαστε επάνω σε 30 λεπτά. Μετά από λίγη σκέψη και αναλογιζόμενοι την κούραση που είχαμε, δώσαμε τα τελευταία 20 δολάρια που είχαμε μαζί μας και ανεβήκαμε στα γαϊδουράκια!
Ο νεαρός ήταν πεζός και τους έδινε εντολές. Τον ρώτησα πόσες φορές τη μέρα κάνει αυτή τη διαδρομή και απάντησε πέντε. Ήταν εξαντλητικό!
Όντως μέσα σε μισή ώρα, φτάσαμε στο μοναστήρι, που δεν έχει καμία σχέση με μοναστήρι. Η πρόσοψή του μου θύμιζε αυτή του θησαυροφυλάκιου. Και σε αυτό δεν μπορούσες επίσης να μπεις μέσα. Κάπου εκεί έσπασα και την οθόνη του κινητού μου, που είχα μόνο λίγους μήνες. Ευτυχώς όμως μπορούσα ακόμα να φωτογραφίζω.

Πήραμε τον κατηφορικό πια δρόμο της επιστροφής με τα πόδια. Ήμασταν ανάμεσα σε βράχους κι εκεί που έφτανε το μάτι ήταν ακόμα όλα βραχώδη. Κατά τη διάρκεια της καθόδου μας, πετύχαμε πάλι τον πιτσιρικά που μας ανέβασε, με νέο πελάτη. Πραγματικά τον λυπήθηκα.
Ο ήλιος έκαιγε πια πολύ κι εμείς γυρνούσαμε πίσω με γρήγορο βάδισμα. Μας είχε τελειώσει το νερό και δεν είχαμε πάρει άλλα χρήματα μαζί μας, γιατί δεν είχαμε υπολογίσει το κόστος της ανάβασης με τα γαϊδουράκια.
Φτάσαμε στο ξενοδοχείο αποκαμωμένοι, αφυδατωμένοι και καμμένοι! Καθώς πίναμε τη μη αλκοολούχο μπύρα του ο μπαμπάς και το παγωμένο τσάι μου εγώ, συζητούσαμε πόσο ωραία εμπειρία ήταν και πόσο ωραία περάσαμε. Εξερεύνηση, κίνδυνος, τσακωμός, ευχαρίστηση και εξάντληση! Ανοίξαμε το σακίδιο και βρήκαμε ένα μπουκαλάκι νερό…

Ο Φεράς ήρθε να μας πάρει για να πάμε στην έρημο Wadi Rum, όπου θα περνούσαμε το απόγευμα και το δεύτερο βράδυ μας. Η διαδρομή για άλλη μια φορά άλλαζε σκηνικό. Κόκκινη άμμος και βραχώδη βουνά. Είχαμε κλείσει για τη διανυκτέρευσή μας ένα bubble tent, δηλαδή μια σκηνή σαν φούσκα. Θεωρείται ότι πιο λουξ στην έρημο, το πληρώνεις αδρά, αλλά αξίζει η εμπειρία. Ήταν λες και πατήσαμε στη Σελήνη. Άλλωστε η wadi rum είναι γνωστή ως κοιλάδα της Σελήνης. Όλα ήταν κοκκινωπά και οι φούσκες έμοιαζαν διαστημικές.

Αφήσαμε τα πράγματά μας και μπήκαμε στο 4×4 για μια βόλτα στην έρημο. Ήταν υπέροχα. Κάπου εκεί υπάρχει σκαλισμένο σε έναν βράχο το πρόσωπο του Λόρενς της Αραβίας. Του αληθινού Λόρενς που μπορείτε να διαβάσετε γι’αυτόν σε αυτή τη σελίδα https://www.newsbeast.gr/portraita/arthro/749890/o-megaluteros-ki-apo-ti-zoi-lorens-tis-aravias . Εκεί γυρίστηκε και μέρος της ομώνυμης ταινίας. Ήπιαμε τσάι και πήγαμε να δούμε το ηλιοβασίλεμα.

Γυρίσαμε και μαζευτήκαμε με τους υπόλοιπους διανυκτερευτές του camp για βραδινό. Οι Βεδουίνοι ψήνουν το φαγητό κάτω από το χώμα. Ήταν η ώρα που θα βλέπαμε τη διαδικασία που το βγάζουν από το έδαφος. Αφού λοιπόν μαζευτήκαμε εκεί, ξαφνικά έσβησε η γεννήτρια και όλα βυθίστηκαν στο σκοτάδι! Γέλια, κραυγές ενθουσιασμού, αλλά και απογοήτευσης ήταν οι αντιδράσεις του κόσμου. Ένας κύριος βρήκε την ευκαιρία να μας μιλήσει για τα αστέρια, που δειλά δειλά είχαν αρχίσει να γίνονται ορατά. Μας τα έδειχνε με ένα λέιζερ. Η μικρή και η μεγάλη Άρκτος και τόσα ακόμη αστέρια που τα περιβάλουν.
Στο τέλος, με αφορμή το ραμαζάνι που θα ξεκινούσε σε μερικές μέρες, μας εξήγησε πως πριν γίνει η ανακοίνωση της επίσημης μέρας για την έναρξή του, πρέπει να γίνει ορατό το πρώτο γέμισμα του φεγγαριού και να το δουν με τα μάτια τους, γιατί δεν πιστεύουν στις προβλέψεις. Κάποιοι γέλασαν με αυτήν την πληροφορία, γιατί ήταν λίγο ειρωνικό. Ολόκληρη επιστήμη μπορεί να δώσει αυτήν την πληροφορία, αλλά όχι, εκείνοι πρέπει να το δουν να συμβαίνει.

Τη στιγμή αυτή, ένα αμάξι άναψε τους προβολείς του για να φωτίσει το σημείο που θα αναδυόταν το φαγητό απ’το έδαφος.
Αν και το κρέας ψήθηκε λίγο παραπάνω με όλη αυτήν την καθυστέρηση, φάγαμε πολύ καλά. Αργότερα μερικοί βεδουίνοι χόρεψαν γύρω από τη φωτιά κάποιο τοπικό χορό. Εγώ τους χάζευα με τον ναργιλέ στο χέρι.

Ο μπαμπάς μου πήγε για ύπνο κι ο Φεράς επέμενε να δούμε τα αστέρια πάνω σε ένα βράχο δίπλα στο camp. Με χορογραφημένες κινήσεις τύπου «το έχω ξανακάνει αυτό και με άλλες τουρίστριες» με ανέβασε στον βράχο. Άπλωσε μια πετσέτα κάτω κι άνοιξε ένα μπουκάλι κρασί. «Εδώ είμαστε», σκέφτηκα. Το τελευταίο πράγμα που ήθελα ήταν να έχω «την ιορδανική εμπειρία». Τα αστέρια έλαμπαν απο πάνω μας. Ήθελα να κλείσω τα μάτια και να χαλαρώσω στην απόλυτη ησυχία της ερήμου. Όμως δεν ήθελα να χάσω την ευκαιρία να κάνω ευχή σε κάποιο πεφταστέρι.
«Τι να τα κάνω τ’ άστρα αφού λείπεις»;
Μου ήρθε στο μυαλό ένας στίχος από το ποίημα «Γυμνό σώμα» του Γιάννη Ρίτσου. Γιατί να είμαι εδώ πάνω με αυτόν κι όχι με κάποιον που ποθεί η καρδιά μου; Χωρίς να έχω κάνει την ευχή μου, αλλά μαγεμένη από τον έναστρο ουρανό στη μέση της ερήμου, καληνύχτισα τον ρομαντικό ιορδανό και γύρισα στην τέντα μας. Τα άστρα ήταν ορατά κι από την την διάφανη οροφή της.

Ημέρα 3η

Με ξύπνησε ο ήλιος που φώτισε την σκηνή και πήγα για πρωινό. Ο μπαμπάς ήταν ήδη εκεί. Θα μπορούσα να μείνω άλλη μια μέρα στην έρημο, αν το επέτρεπε το πρόγραμμα. Έπρεπε όμως να πάμε στο Αμμάν, την πρωτεύουσα της Ιορδανίας. Αποχαιρετήσαμε το σεληνιακό τοπίο και τους φιλόξενους βεδουίνους και μετά από πολλές ώρες στο αμάξι, φτάσαμε στο Αμμάν. Πρώτα πήγαμε σε ένα μαγαζί για να αγοράσουμε καλλυντικά προϊόντα της νεκράς θάλασσας, όπως λάσπη και κρέμες, τα οποία ειναι πλούσια σε μεταλλικά στοιχεία. Η λάσπη, λόγω της τιμής της μπορούσε να είναι και χρυσός!

Στη συνέχεια πήγαμε στον ναό του Ηρακλή. Από εκεί πάνω μπορείς να δεις πανοραμικά όλο το παλιό Αμμάν. Το ξενοδοχείο μας ήταν στο κέντρο της παλιάς πόλης. Φάγαμε μεσημεριανό και κοιμηθήκαμε μέχρι αργά το απόγευμα. Όταν βγήκαμε τη βόλτα μας στην τοπική αγορά, είχε ήδη νυχτώσει. Υπήρχαν πολλά μαγαζιά με παραδοσιακά ρούχα, καπνό για ναργιλέ και η κλασσική αγορά με οπωροκηπευτικά και κρέας. Ο δρόμος ήταν στολισμένος με φωτάκια σε σχήμα μισοφέγγαρο για το ραμαζάνι, αντίστοιχα με αυτά των Χριστουγέννων. Μπήκαμε σε ένα μαγαζί για σουβενίρ. Ρώτησα τον υπάλληλο, έναν άντρα ίσως στα 50 κάτι του, πόσο κοστίζει κάτι και μου είπε δώρο για σένα. Αναγκαστήκαμε λοιπόν να αγοράσουμε ότι χρειαζόμασταν από εκεί. Ξεκίνησε να μου κάνει καμάκι χωρίς να υπολογίζει ότι είναι μαζί μου ο μπαμπάς. Στο ταμείο το ένα δώρο έγιναν τρία δώρα και μου ζήτησε να ξαναπάω το πρωί για τσάι. Ζήτησε το τηλέφωνο μου και μου ζήτησε να τον παντρευτώ! Ο μπαμπάς μου, που γενικά δεν δίνει σημασία σε κάτι τέτοια, πραγματικά ξαφνιάστηκε με το θράσος του. Ευτυχώς κατάφερα να ξεγλιστρίσω από τα σάλια του.

Βρήκαμε ένα υπέροχο μαγαζί για τσάι και ναργιλέ. Ήταν τόσο καλοφτιαγμένο. Η ταράτσα του ήταν γεμάτη λουλούδια και πράσινο. Μετά από λίγο ήρθε στην παρέα μας κι ο Φεράς.

Ημέρα 4η

Στο πρόγραμμα ήταν να πάμε στον αρχαιολογικό χώρο Τζεράς, αλλά το ακυρώσαμε λόγω κούρασης. Πήγαμε λοιπόν στη μεριά που είναι το καινούριο Αμμάν, σε ένα εμπορικό κέντρο σε μοντέρνα περιοχή με πολλά καφέ κι εστιατόρια. Εκεί βρήκε κι ο μπαμπάς μου μπύρα με αλκοόλ! Πολιτισμός!
Φεύγοντας, επισκεφτήκαμε το τζαμί του King Abdullah I , γιατί ο μπαμπάς μου δεν είχε μπει ποτέ σε τζαμί. Εγώ έπρεπε να φορέσω αμπάγια, πράγμα που δεν με ευχαριστεί καθόλου. Το τζαμί απ’έξω ήταν όμορφο, αλλά από μέσα τίποτα το ιδιαίτερο.

Το μεσημέρι πήγαμε στο αεροδρόμιο για να πάρουμε το αεροπλάνο της επιστροφής και αγόρασα ιορδανικό κόκκινο κρασί από τα duty free. Με τις βαλίτσες λοιπόν γεμάτες ιορδανικά προϊόντα, με έγκαυμα στους ώμους και πολλές ιστορίες για να διηγηθούν, απογειώθηκαμε και δώσαμε με τον μπαμπά μου ραντεβού για νέες περιπέτειες. Γιατί κάθε περιπέτεια μέλλει να τη ζήσεις με τον κατάλληλο συνοδοιπόρο!

Αφιερωμένο στον μπαμπά μου..

 

Related Posts