Έφτασα στο διεθνές αεροδρόμιο του Μπαλί, μετά από εννιά ώρες από το Ντουμπάι. Η πτήση μου προσγειώθηκε στις οχτώ το βράδυ κι ένας οδηγός με περίμενε για να με πάει στο ξενοδοχείο όπου θα περνούσα τα δύο πρώτα βράδια, στην περιοχή Seminyak. Η περιοχή αυτή, όπως και η Kuta, φημίζονται για τη νυχτερινή ζωή και τους μεθυσμένους τουρίστες. Εγώ διάλεξα να μείνω εκεί μόνο και μόνο επειδή είναι ένα καλό σημείο για μερικές εκδρομές. Σκοπός του ταξιδιού μου ήταν να περάσω τον περισσότερο χρόνο στη φύση και όχι στη θάλασσα. Μέσα στα μεσάνυχτα, έκλεισα μέσω ίντερνετ το πρώτο μου τουρ.

Ημέρα 1η

Στις δώδεκα το μεσημέρι, με περίμενε ο Dika, ο μπαλινέζος οδηγός που θα περνούσαμε μαζί 8 ώρες.
Πρώτη μας στάση ήταν η περιοχή Tanh Lot. Δύο μπαλινέζικοι ναοί Hindu, είναι χτισμένοι στις κορυφές δύο βράχων, πάνω σε μια ακτή που δεν χόρταινα να κοιτάζω. Το χρώμα της θάλασσας, τα κοφτερά βράχια της παραλίας με τη μαύρη άμμο και η τροπική φύση, ήταν ένας πίνακας ζωγραφικής. Ο ήχος και το λευκό άφρισμα των κυμάτων δημιουργούσε έναν κινούμενο πίνακα. Μετά από ένα γρήγορο μεσημεριανό γεύμα, μας χώριζε μία ώρα οδήγησης από τη δεύτερη στάση της εκδρομής.

Την παραλία Patang Patang. Εκεί γυρίστηκε και μια σκηνή από το Eat Pray Love με την Julia Roberts. Πέτρινα σκαλιά χτισμένα σε ένα στενό πέρασμα μέσα από τα βράχια, οδηγούσαν στην παραλία. Αρκετές μαϊμούδες ήταν σκορπισμένες και εξέπλητταν τον κόσμο ευχάριστα με την παρουσία τους. Μερικές από αυτές ασχολούνταν με πλαστικά μπουκάλια που είχαν αρπάξει από κάποιους ανυποψίαστους και είχε πλάκα να τις παρακολουθώ να ανακαλύπτουν πώς μπορεί να χρησιμοποιηθεί ένα μπουκάλι! Γενικά «έκλεβαν» από τα σακίδια των τουριστών ότι έβαζαν στο μάτι τους! Στο πρόγραμμα είχα κανονικά λίγο χρόνο για να τον περάσω στην παραλία, αλλά δε με εντυπωσίασε τόσο. Η άμμος ήταν κοφτερή και τα νερά γεμάτα βραχάκια. Επιπλέον είχε ζέστη και πολυκοσμία.

Έτσι αποφάσισα να ξεκινήσουμε νωρίτερα για την τρίτη μας στάση, το Uluwatu. Εκεί υπάρχει ένας ακόμη ναός κι ένα ανοιχτό αμφιθέατρο, όπου θα παρακολουθούσα τον παραδοσιακό Kecak and fire dance, την ώρα του ηλιοβασιλέματος. Φόρεσα το υποχρεωτικό για επίσκεψη σε ινδουιστικό ναό σαρόνγκ (κομμάτι υφάσματος τύπου εσάρπας που το δένεις στη μέση σου σαν φούστα) και ξεκίνησα να περπατάω με τον Dika στον τριγύρω χώρο. Αυτός ο ναός στην άκρη του γκρεμού φημίζεται, γιατί λένε ότι αναλόγως με τον καιρό σου δίνει την ψευδαίσθηση πως αιωρείται επάνω στη θάλασσα. Εγώ δεν κατάλαβα κάτι τέτοιο, αλλά ήταν πολύ εντυπωσιακός. Η ακτή αυτή όμως, ξεπέρασε τον ενθουσιασμό μου σε σχέση με την πρώτη που ανέφερα. Δεν ήξερα που να κοιτάξω. Τη θάλασσα με τα βράχια; Τα βράχια με το πράσινο και τις πολύχρωμες βουκαμβίλιες που έπεφταν στον γκρεμό; Το βλέμμα μου έφτανε τόσο μακριά κι έβλεπα μόνο ομορφιά! Ο Dika με έβγαλε πολύ ωραίες φωτογραφίες και μέχρι να έρθει η ώρα για τον χορό, κοιτούσα τη θέα και αναρωτιόμουν πόση ομορφιά μπορεί να χωρέσει το κουτάκι των αναμνήσεών μου, έτσι ώστε να φέρνω αυτήν την εικόνα στο μυαλό μου και να τη βλέπω στα μάτια μου όποτε το επιθυμώ.

Στις έξι ακριβώς το απόγευμα ξεκίνησε η παράσταση. Ο χορός αυτός αποτελείται από εβδομήντα άντρες. Είναι ημίγυμνοι και στο κάτω μέρος φορούν ένα παραδοσιακό ασπρόμαυρο καρό ύφασμα. Δεν υπάρχουν όργανα για τη μουσική, αλλά είναι οι ίδιοι η ορχήστρα. Ο ήχος βγαίνει από το στόμα τους και είναι καθισμένοι σε ομόκεντρους κύκλους στη μέση της σκηνής. Στην αρχή είχε την πλάκα του να τους κοιτάζω και να τους ακούω. Κάποιοι ήταν πολλοί αδύνατοι και κάποιοι είχαν κοιλιά που τους έκανε πιο δυσκίνητους. Άλλοι έβγαζαν πιο μπάσα φωνή κι άλλοι πιο ψιλή.
Το θεατρικό αποτελούνταν από τρεις πράξεις. Κάθε τόσο, κάποιες φιγούρες με παραδοσιακά κοστούμια, έμπαιναν μέσα στον κύκλο και διαδραματιζόνταν η κάθε σκηνή, πάντα υπό την υπόκρουση της «ζωντανής ορχήστρας». Μετά από λίγο με κούρασε, γιατί ήταν αρκετά μονότονο.

Το ενδιαφέρον μου είχε όμως πλέον στραφεί στον ουρανό. Ήταν αυτή η ώρα, η πιο όμορφη ώρα της ημέρας για μένα. Η δύση του ηλίου. Ο ουρανός άλλαζε χρώμα ανά λίγα λεπτά. Πήρε τις χρυσαφί αποχρώσεις από τον ήλιο, κι όσο αυτός βουτούσε στη θάλασσα, το χρυσό άφησε τη θέση του σε ένα πορτοκαλί-ροζ. Το ροζ κέρδισε τη μάχη και άλλαξε σε ένα απαλό φούξια. Ο αέρας τότε έφερε ένα σκούρο σύννεφο, το οποίο μάβιασε τον ουρανό. Κι εκεί που σκέφτηκα ότι τώρα θα νυχτώσει, ο ουρανός σα να πήρε φωτιά, φωτίστηκε από το πιο φλογερό ροζ χρώμα που έχω δει ποτέ. Και σιγά σιγά βυθίστηκε τελικά στο σκοτάδι..
Όποιος ζωγράφισε τον ουρανό με την παλέτα του εκείνο το απόγευμα, πραγματικά είχε έμπνευση!

Κατέβηκα περνώντας μέσα από τους θεατές πριν τελειώσει η παράσταση για να φύγουμε νωρίς πριν αδειάσει το θέατρο και μας πιάσει η κίνηση.
Ήταν ώρα για βραδινό επάνω στην παραλία. Το γεύμα μου ήταν ένα καλάθι με θαλασσινά και ρύζι τζάσμιν, παραγωγή του νησιού. Με μια τοπική μπύρα Bitang έσβησα τη δίψα μου και την λίγο πικάντικη γεύση της σάλτσας που είχαν βάλει στα θαλασσινά. Στα διπλανά εστιατόρια τραγουδούσαν καραόκε και κάποιες κοπέλες  χόρευαν μπαλινέζικο χορό.
Ξαφνικά ξεκίνησαν να ρίχνουν πυροτεχνήματα και φωτίστηκε ο ουρανός. «Τέλειο καλωσόρισμα», σκέφτηκα, και δεν θα μπορούσα να φανταστώ καλύτερο τρόπο για να κλείσω την πρώτη μου μέρα στο Μπαλί!

Ημέρα 2η

Έμεινα πολύ ευχαριστημένη από τον Dika, τον οδηγό μου. Η ευγένεια, η ταπεινότητα, η υπομονή του και οι πληροφορίες που μου έδινε, με έκαναν να του ζητήσω να μείνει μαζί μου και την επόμενη ημέρα. Στις εννέα το πρωί αυτή τη φορά, με περίμενε και πάλι για την νέα μας εκδρομή, η οποία θα κατέληγε και σε αλλαγή τοποθεσίας- διανυκτέρευσης για τα επόμενα τρία βράδια. Στο Ubud. Στην καρδιά του Μπαλί..
Πρώτη στάση ήταν το Bali Swing. Μια φοβερή επιχειρηματική σκέψη. Να κάνεις κούνια καθώς ταλαντεύεσαι πάνω από τους φοίνικες! Μια κλασική πλέον φωτογραφία που πρέπει να έχει όποιος επισκέπτεται το Μπαλί. Πολλές οι κούνιες, μεγάλες οι ουρές και η αναμονή για να ανέβεις σε αυτές. Ανέβηκα τελικά στην κούνια και ο υπεύθυνος μου έδεσε ένα σχοινί στη μέση μου για ασφάλεια και ξεκίνησε να με σπρώχνει με τα χέρια του. Η αίσθηση του να κάνω κούνια από τόσο μεγάλο ύψος, πάνω από τα δέντρα ήταν φοβερή. Ένιωσα σαν μικρό παιδί και γελούσα δυνατά, απολαμβάνοντας κάθε ώθηση που έκανε την κούνια να πηγαίνει όλο και πιο ψηλά. Ο Dika αποδείχτηκε συν τοις άλλοις εξαιρετικός και υπομονετικός φωτογράφος. Φάγαμε μαζί μεσημεριανό στο εστιατόριο της «παιδικής χαράς για ενήλικες», όπως την αποκαλούν, βλέποντας τον κόσμο να »πετάει» πάνω από τους φοίνικες. Οι κοπέλες φορούσαν χρωματιστά φορέματα και έμοιαζαν με μοντέλα που περίμεναν να βγουν στην πασαρέλα. Για την ακρίβεια, να ανέβουν στις κούνιες. Η όλη εμπειρία ήταν πραγματικά απολαυστική.

Η διαδρομή με το αμάξι γινόταν όλο και καλύτερη. Περνούσαμε μέσα από τη φύση και από πολλά χωράφια ρυζιού. Rice terrace, όπως τα λένε.
Σταματήσαμε στο Tegallalat, ένα rice terrace όχι τόσο επισκέψιμο, αλλά πανέμορφο και ήσυχο. Κάθισα σε ένα σημείο και κοιτούσα το χωράφι. Σκέφτηκα τον μόχθο όσων μάζευαν το ρύζι με τα χέρια τους, προτού αναλάβουν αυτόν τον ρόλο τα μηχανήματα. Κι άξαφνα ζωντάνεψε στη φαντασία μου η εικόνα μικροκαμωμένων μπαλινέζων αγροτών, να μαζεύουν ρύζι φορώντας το παραδοσιακό τους καπέλο απο μπαμπού με την ηρεμία και την κούραση σχηματισμένη στα πρόσωπά τους.

Τελευταία στάση της εκδρομής ήταν το Monkey forest. Ήταν τόσο όμορφα εκεί! Ένα καταπράσινο τροπικό δάσος, με 700 μαϊμούδες να κυκλοφορούν ανάμεσά μας! Εδώ τις μαϊμούδες τις ταΐζουν όλη την ώρα, έτσι δεν αρπάζουν τίποτα από τους επισκέπτες. Περνούσαν από δίπλα μου αμέριμνες, κάποιες πιο μεγάλες και κάποιες πιο μικρές. Εγώ τρόμαζα λίγο και ακινητοποιούμουν ασυναίσθητα. Βασικοί κανόνες: Μην τις κοιτάξεις στα μάτια, μην τις ταΐσεις, μην τις χαϊδέψεις. Απλά τα πράγματα!
Η βόλτα μας μέσα στο δάσος συνεχιζόταν και κάναμε μικρές στάσεις όποτε βλέπαμε κάποια γκρουπάκια μαϊμούδων να τρώνε, να παίζουν και να τσακώνονται. Ένα μωράκι μαϊμού κέρδισε το ενδιαφέρον μου. Ήταν γλυκούλι κι άσχημο ταυτόχρονα! Η μαμά του το προστάτευε στην αγκαλιά της κι έτρεχε μακριά αποφεύγοντας τους καυγάδες με τις άλλες μαϊμούδες. Το μητρικό ένστικτο σε όλο του το μεγαλείο!

Ο Dika με άφησε στο ξενοδοχείο. Το κόστος για τις 8 ώρες που ήμασταν μαζί και για τα πολλά χιλιόμετρα διαδρομής ήταν μόνο 25 ευρώ. Του έδωσα φιλοδώρημα άλλα 10 και καταχάρηκε. Άξιζε πολλά παραπάνω και θα θυμάμαι ότι εκτός από πολύ καλός οδηγός και άνθρωπος, ήταν και η παρουσία που χρειαζόμουν. Κάποιος για να μη νιώθω μόνη, αλλά και κάποιος που θα γινόταν αόρατος τις στιγμές που επιθυμούσα να είμαι μόνη.

Το ξενοδοχείο μου στο Ubud ξεπερνούσε κάθε προσδοκία. Το δωμάτιό μου ήταν στον πάνω όροφο και ήταν περιτριγυρισμένο με τζαμαρία. Η θέα έβλεπε στα χωράφια ρυζιού του οικοπέδου, τα οποία ήταν κουρεμένα και γεμάτα νερό. Τριγύρω φυσικά υπήρχαν φοίνικες και κάτι υπέροχα δέντρα με κόκκινα μεγάλα φύλλα. Το πιο υπέροχο, ήταν ένα γκρουπ από πάπιες (ή χήνες;) που πλατσούριζαν στα νερά και μιλούσαν ρυθμικά. Δεν μπορώ να θυμηθώ πόσες φορές τις κυνήγησα για να μιλήσουμε, γιατί απλά λατρεύω τις πάπιες! Το βράδυ η φύση οργίαζε. Άκουγα ήχους από πουλιά, βατράχια και τζιτζίκια. Ήταν μαγευτικά και απολύτως χαλαρωτικά!

Ημέρα 3η

Η μέρα μου στο Ubud ξεκίνησε με ένα τουρ που περιλάμβανε επίσκεψη στη φυτεία του πιο ακριβού καφέ του κόσμου, τον Luwak και ποδηλασία δύο ωρών στη φύση μέσα από χωριουδάκια!
Ήμασταν ένα γκρουπ εφτά ατόμων. Τρία ζευγάρια κι εγώ.
Luwak ονομάζεται ένα ζωάκι που μοιάζει με γάτα, ζει πάνω στα δέντρα και τρέφεται με κόκκους καφέ και φρούτα. Ο κόκκος καφέ δεν διασπάται στο στομάχι του, αλλά μετά από κάποια ζύμωση, τον αποβάλει ατόφιο με τα κόπρανά του. Κάποιος λοιπόν, είχε την ιδέα να μαζέψει τους κόκκους μέσα από τα κόπρανα, να τους καθαρίσει και να παράγει τον καφέ αυτόν. Επειδή είναι ειδική η διαδικασία συλλογής, επεξεργασίας και μικρή η ποικιλία παραγωγής, είναι ο πιο ακριβός καφές στον κόσμο.
Δείτε στο βίντεο που ακολουθεί την διαδικασία παραγωγής του:

Μετά λοιπόν από αυτές τις πληροφορίες, κάναμε γευσιγνωσία καφέ και τσαγιού διαφόρων ειδών και με τρία ευρώ επιπλέον δοκιμάσαμε και τον περιβόητο Kopi Luwak.

Ήμασταν πλέον γεμάτοι ενέργεια για την ποδηλασία.
Συναντήσαμε τον συνοδό μας και μέσα σε λίγα λεπτά βρεθήκαμε στα μονοπάτια της εξοχής. Η φύση καθ’όλη τη διαδρομή ήταν υπέροχη και εύκολη. Μόνο δύο φορές χρειάστηκε να κατεβούμε από τα ποδήλατα και να τα σπρώξουμε στην ανηφόρα, που ήταν και το μαρτύριο της ημέρας θα έλεγα!

Κάναμε μια στάση σε ένα κατοικίσιμο σπίτι σε ένα χωριό. Ένα ζευγάρι και δύο κοριτσάκια ήταν παρόντα. Η μαμά έραβε στην ραπτομηχανή τις κλασσικές τουριστικές παντελόνες, ο μπαμπάς ασχολούνταν με τους κόκκορες και τα κοριτσάκια μας κοιτούσαν. Ένιωσα αμήχανα που «εισβάλαμε» έτσι στον προσωπικό τους χώρο. Ήταν όμως μια ευκαιρία να ενημερωθούμε για τη ζωή των ανθρώπων, για την κουλτούρα και τη θρησκεία. Και ίσως για κάποιους μας ήταν τροφή για σκέψη, μια υπενθύμιση, για να εκτιμήσουμε αυτά που έχουμε. Για την οικογένεια αυτή η κάθε επίσκεψη είναι κι ένα επιπλέον πολυπόθητο έξτρα εισόδημα από τις δωρεές των τουριστών. Τα σπίτια αυτά θεωρούνται από τα πιο φτωχά στο νησί και η κυβέρνηση τα παρέχει στις άπορες οικογένειες. Από τις φωτογραφίες και μόνο μπορεί να αντιληφθεί κανείς την οικονομική τους κατάσταση. Η φωτογραφία της κουζίνας μιλάει από μόνη της.

Η θρησκεία στο Μπαλί είναι κυρίως Hindu, αλλά τρώνε χοιρινό, σε αντίθεση με τους Ινδούς Hindu. Υπάρχουν επίσης μικρά ποσοστά κι από τις υπόλοιπες θρησκείες. Κάθε σπίτι έχει τον δικό της ναό, στον οποίο προσεύχονται μόνο τα μέλη της οικογένειας. Συνολικά στο Μπαλί υπάρχουν χίλιοι ναοί. Οι ιδιωτικοί (του κάθε σπιτιού), του χωριού και οι μεγάλοι της πόλης. Μια φορά τον μήνα πρέπει υποχρεωτικά να προσευχηθούν σε έναν μεγάλο ναό.
Είχα παρατηρήσει ότι έξω από κάθε σπίτι, μαγαζί, εστιατόριο κτλ έχουν αφημένο στο πεζοδρόμιο ένα κουτάκι φτιαγμένο από φύλλο μπανανιάς, γεμάτο με λουλούδια κυρίως. Ο ξεναγός μας είπε ότι το προσφέρουν στα κακά πνεύματα, ώστε να τα τραβήξουν και να μείνουν έξω από το σπίτι ή την επιχείρησή τους. Εκτός από λουλούδια είχα δει να βάζουν και καραμέλες. Για τα πιο μερακλήδικα πνεύματα έβαζαν ακόμα και τσιγάρο!
Το επόμενο διάλειμμα με το ποδήλατο ήταν σε ακόμα ένα rice terrace. Αυτή το φορά είχα την ευκαιρία να το περπατήσω. Ήταν ένας πολύ ιδιαίτερος περίπατος και ένιωσα πολύ καλή ενέργεια.

Η μέρα μου έφτιαξε ακόμα περισσότερο όταν ο ξεναγός μου είπε: «Λώρη, σου έπεσε κάτι.»
Εγώ ψάχνοντας κάτω: «Τι;»
«Το χαμόγελο σου!» , μου είπε προσφέροντάς μου ένα ροζ τριαντάφυλλο!
Το χαμόγελο άστραψε στο πρόσωπό μου και το γκρουπ άρχισε να χειροκροτεί και να βγάζει κραυγές επιδοκιμασίας. Τελικά έχει και τα τυχερά του το να είσαι η «single» της ομάδας, δε νομίζετε;
Μετά τα τελευταία χιλιόμετρα, καταλήξαμε στην εταιρία των ποδηλάτων, όπου μας προσέφεραν μεσημεριανό. Αφού φάγαμε, έξι κοριτσάκια μας διασκέδασαν χορεύοντας μπαλινέζικο χορό.

Το απόγευμά μου το πέρασα στην υπέροχη πισίνα του ξενοδοχείου και ξάπλωσα νωρίς. Η επόμενη δραστηριότητά μου ήταν νυχτερινή ανάβαση στο ενεργό ηφαίστειο Batur πριν την ανατολή του ηλίου!

Ημέρα 4η

Γύρω στις 2 τη νύχτα, μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα, μπήκα στο αυτοκίνητο με κατεύθυνση το ηφαίστειο. Συνοδοιπόροι μου ήταν δύο ζευγάρια από την Κορέα. Κάναμε πρώτα μια στάση για πρωινό και τσάι. Είχε πολύ κρύο κι ευγνωμονούσα έναν κύριο από το ξενοδοχείο που μου είχε δώσει το μπουφάν του.
Φτάσαμε στο σημείο συνάντησης και σκέφτηκα ότι η τρέλα πάει στα βουνά τελικά! Πίστευα πως θα ήμασταν λίγα άτομα, αλλά ο αριθμός των τουριστών έφτανε σίγουρα τους εκατό. Χωριστήκαμε σε γκρουπάκια και συναντήσαμε την οδηγό μας. Μια γλυκύτατη μπαλινέζα. Μας έδωσε οδηγίες και από έναν φακό για να βλέπουμε την ώρα της ανάβασης. Ένιωσα να με πλημμυρίζει ένα κύμα ενθουσιασμού και ανυπομονησίας! Ξεκινήσαμε με πυκνό σκοτάδι. Δεν έβλεπες τίποτα παρά τα σημαδάκια του κάθε φακού. Είχαν ξεκινήσει κάποια γκρουπ πριν από εμάς και σιγά σιγά είχε σχηματιστεί μια σειρά από φωτεινές τελείες κατά μήκος της διαδρομής. Το χώμα ήταν σκληρό, γκρι και κακοτράχαλο. Η διαδρομή ήταν εξουθενωτική για κάποιον που δεν είχε καλή φυσική κατάσταση. Κάποιοι είχαν ανέβει με σαγιονάρες και σταματούσαν από τον πόνο των πληγών στα πόδια τους. Κάποιοι άλλοι κοντόστεκαν κι έπαιρναν ανάσες. Η οδηγός μας, μας έδινε κουράγιο και δε σταματήσαμε παρά μόνο στην προγραμματισμένη στάση, μετά από μια ώρα ανάβασης, μπροστά σε έναν αυτοσχέδιο ναό. Όλοι οι οδηγοί σταμάτησαν για να προσευχηθούν κι εγώ προσευχήθηκα να πέσουν οι σφυγμοί μου! Από τη μία μου άρεσε κι από την άλλη αναρωτιόμουν γιατί αποφάσισα να κάνω κάτι τέτοιο, αντί να είμαι στο κρεβάτι και να ακούω τα βατράχια!
Είχαμε ακόμα μια ώρα ανάβαση πριν φτάσουμε στην κορυφή. Είχα ιδρώσει, κρύωνα και ζεσταινόμουν ταυτόχρονα.
Και τελικά τα κατάφερα! Ήμουν στην κορυφή ενός ηφαιστείου! Ενεργού ηφαιστείου! Στα 1.717 μέτρα. Η θέα, το τοπίο και τα χρώματα από την ανατολή του ηλίου με αποζημίωσαν. Κάποιες φορές πρέπει να πιέζουμε τον εαυτό μας. Να τον παρακινούμε να κάνει το πιο απλό και το πιο δύσκολο πράγμα. Γιατί το αποτέλεσμα φέρνει τεράστια ψυχική ικανοποίηση.
Κάθησα με ένα σάντουιτς και ένα τσάι στο χέρι και έβλεπα το ξεκίνημα μια καινούριας μέρας. Από το σκοτάδι στο φως. Δεν ξέρω τελικά, νομίζω πως μου αρέσει η ανατολή του ηλίου εξίσου όσο και η δύση του. Κάθε φορά κι ένα διαφορετικό συναίσθημα.
Είδαμε τον κρατήρα του ηφαιστείου και με τον ήλιο ψηλά πλέον και ξεκινήσαμε την κατάβαση από ένα άλλο δρόμο. Τι εύκολη που ήταν η κατάβαση…

Την υπόλοιπη μέρα την πέρασα χαλαρώνοντας με μια ωραία βόλτα στην υπαίθρια αγορά. Δεν χόρταινα να κοιτάζω τα σουβενίρ και αγόρασα πέντε ψάθινες μπαλινέζικες τσάντες! Έκανα fish spa για να χαλαρώσουν τα πόδια μου από την πεζοπορία και αποχαιρέτησα το Ubud. Το βράδυ το πέρασα στην πισίνα του νέου μου ξενοδοχείου στο Sanur.

Ημέρα 5η

Το πρωί πήγα με το ferry boat σε ένα νησάκι, το Nusa Penida, για μια μονοήμερη εκδρομή.
Στο γκρουπ μου ήταν ένα νέο ζευγάρι και δύο γυναίκες από την Αυστρία. Ίσως οι χειρότεροι που θα μπορούσαν να μου τύχουν. Δεν είχαν υπομονή να δουν τίποτα, δεν έβγαζαν ούτε μια φωτογραφία και πάντα βιάζονταν να πάνε παρακάτω. Αφού απορούσα γιατί πήγαν ταξίδι. Εννοείται πως τους έκανα παρατήρηση και τους είπα ό,τι αυτό που κάνουν δεν είναι σωστό.
Πρώτη μας στάση ήταν η γραφική παραλία Kelingking Beach. Την είδαμε μόνο από ψηλά όμως. Επί τόπου μετάνιωσα που έκλεισα μονοήμερη εκδρομή και δεν είχα τον χρόνο να κατέβω κάτω και να απολαύσω τα γαλάζια νερά και τη λευκή άμμο. Λένε ότι το κατέβασμα είναι πολύ απότομο, αλλά θα μπορούσα να πάω και με κάποιο σκάφος. Την επόμενη φορά, σκέφτηκα καθώς απολάμβανα την θέα.

Στη συνέχεια είδαμε τα Angel’s Billabong και Broken Beach. Άλλο ένα ακόμη γραφικό μέρος.

Στο τέλος είχαμε λίγο ελεύθερο χρόνο για να τον περάσουμε στην παραλία. Περνώντας όλες τις μέρες στη φύση, η θάλασσα και ο ήλιος ήταν η απόλυτη ευχαρίστηση!
Με μια καρύδα στο χέρι, το νερό της οποίας είναι η απόλυτη ενυδάτωση, απολάμβανα την υπέροχη παραλία. Πολλά κοράλια ήταν απλωμένα στην άμμο και θαύμαζα το σχήμα τους. Για μια ακόμη φορά μετάνιωσα που δεν θα έμενα για διανυκτέρευση κι ένιωθα την πίεση του χρόνου, πράγμα που είχα αποφύγει όλες τις προηγούμενες μέρες. Έτσι είναι λοιπόν το τέλος των διακοπών.. Μια μετάβαση από την ανεμελιά στην πιεστική καθημερινότητα.

Πήρα το καραβάκι της επιστροφής για το Sanur και πήγα να φάω το τελευταίο μου βραδινό στο νησί. Θαλασσινά, ρύζι και μπύρα.
Έκλεισα το βράδυ μου με ένα ακόμη μπαλινέζικο μασάζ, αγόρασα ακόμη μία ψάθινη τσάντα και κατευθύνθηκα προς το ξενοδοχείο.

Το επόμενο πρωί στο αεροδρόμιο, δεν ήθελα να τελειώσουν ακόμη οι διακοπές μου. Βρήκα λοιπόν την ευκαιρία να κάνω ένα μασάζ ποδιών στο terminal του αεροδρομίου περιμένοντας την πτήση μου.
Καθώς χαλάρωνα, σκεφτόμουν πόσο ωραία πέρασα τις μέρες αυτές. Πώς για ακόμη μια φορά, ενώ ταξίδεψα μόνη, δεν ένιωσα έτσι καμία στιγμή.
Και για ακόμη μια φορά συνειδητοποίησα την δύναμη και την ενέργεια που σου δίνει η φύση και η θάλασσα. Πως, αν ζεις μέσα σε αυτά, νιώθεις πλούσιος μέσα σου. Είσαι γεμάτος κι έχεις την ευφορία ενός ερωτευμένου ανθρώπου. Ερωτευμένου με τη φύση.
Επιβιβάστηκα στο αεροπλάνο και 4 ώρες πριν φτάσω στο Ντουμπάι έπαθα μια αλλεργική αντίδραση. Είχα σπυράκια και φαγούρα παντού. Οι αεροσυνοδοί προς έκπληξή μου με αγνόησαν, παρά τη γνώση πρώτων βοηθειών και διαδικασιών που έχουν. Όμως γνωρίζω και η ίδια τα συμπτώματα κι αφού δεν είχαν γίνει ακόμα σοβαρά, δεν τους είπα τίποτα άλλο, και παρά τα νεύρα που μου προκάλεσαν με την αδιαφορία τους, έκανα υπομονή μέχρι να φτάσουμε.
Μόλις προσγειώθηκα πήγα στα επείγοντα περιστατικά, όπου μου έβαλαν ορό. Είχα πλέον πιο σοβαρά συμπτώματα, όπως ελαφρά απόφραξη των αεραγωγών κι ένιωσα τυχερή που είχαμε φτάσει και μπόρεσα να πάω στο νοσοκομείο εγκαίρως. Το περίεργο είναι ότι δεν έχω κάποια αλλεργία. Ίσως να ήταν από τα θαλασσινά ή από το λάδι του μασάζ.
Όσο ήμουν στο νοσοκομείο, μόνη, ένιωσα τη διαφορά του να είμαι μόνη στις διακοπές και μόνη σε ένα δωμάτιο νοσοκομείου. Χωρίς έναν δικό μου άνθρωπο δίπλα μου, να μου κρατάει το χέρι.
Τη στιγμή που το έχω ανάγκη.
Κι αυτό ήταν τελικά.
Η λέξη ανάγκη.
Από τη μία να μην έχεις ανάγκη κανέναν, γιατί είσαι εντάξει με τον εαυτό σου.
Κι από την άλλη να έχεις ανάγκη κάποιον και να μην γίνεται να τον έχεις.
Η μοναξιά τελικά, πονάει ή όχι αναλόγως την κατάσταση στην οποία βρίσκεσαι.

»Μοναξιά μου όλα.
Μοναξιά μου τίποτα.
Μη μ’αφήνεις τώρα, που είναι όλα πιο δύσκολα.»

Πυξ Λαξ

Related Posts